Πέμπτη 26 Ιουνίου 2014

Φαινώ η αγρύπνια του πελάγου στο Γαλλικό Ινστιτούτο


Ο Λυρικός Έρωτας

Κείμενο που διαβάστηκε σε εκδήλωση στο Γαλλικό Ινστιτούτο, Θεσσαλονίκη.
5 Δεκεμβρίου 2000 από Αντώνη Κάλφα.

Σε προηγούμενη παρουσίαση μιλώντας για το τι σημαίνει το έξω, ο εξωτερικός χώρος στην Νύχτα γεννιέται υγρή έγραφα και τα εξής: «Στον αντίποδα αυτών των αισθημάτων που ορίζονται από τον κλειστό ιδιωτικό κόσμο του «μέσα» ζει, υπάρχει και αναπνέει ο κόσμος του «έξω»: φωτεινός, ανοιχτός στην επικοινωνία, τόπος σωματικής επαφής και ανθρώπινου διαλόγου, διαμεσολαβητής των μεγάλων στιγμών τόσο του προσωπικού όσο και του κοινωνικού χώρου, εορταστικός, βαθιά ερωτικός και αναστάσιμος, εύφλεκτος αλλά και υγρός, οδυσσεϊκός αλλά και ηρακλείτιος, ο κόσμος του έξω ανασαίνει τον άνθρωπο προτείνοντας μια ευανάγνωστη οικολογία για ποιητική, σχεδόν σωματική, χρήση. Δεν είναι τυχαίο on ο αναγνώστης της συλλογής σκοντάφτει στην χλωρίδα του ανοιχτού χώρου με τόσο έντονο τρόπο που, προς στιγμήν, μπορεί καινά λυποψυχήσει καινά συλλάβει για λυρισμό το συμπαντικό μεθύσι (βλ. και το σολωμικό δεν το 'λπιζα να' ναι η ζωή μέγα καλό και πρώτο!). Υπογραμμίζω πρόχειρα ορισμένα από τα στοιχεία αυτού του σύμπαντος: το βότσαλο, η ωδή στη ζωή, ο ύπνος, η νύχτα, η υγρασία, το μονοπάτι, η μνήμη των κυμάτων, τα όλβια νερά, ο φραμπαλάς της γαλάζιας άνοιξης, οι περασμένες ανθοφόρες εποχές, οι πρασινάδες, η βροχή, το χνούδι της καρδιάς, το σαντούρι και χλόη, ο χρόνος που καίγεται, το τραγούδι, η μεστή σάρκα [...] Στο καταληκτικό ποίημα Τ' ακροθαλασσι οι άνθρωποι παρομοιάζονται με τα κύματα της θάλασσας που εξαφανίζονται μετά το ηδονικό λίκνισμα, τις χαρές και τις λύπες της γοητευτικής περιπλάνησης χωρίς να αφήνουν τα ίχνη τους».

Η παρούσα συλλογή, 19 ποιήματα (συν δύο που λειτουργούν ως πρόλογος και επίλογος αντιστοίχως) είναι το ποιητικό ίχνος της νέας κατάθεσης της ποιήτριας, κατάθεση που επεκτείνει αν όχι ολοκληρώνει το μέχρι τώρα παραδομένο ποιητικό υλικό. Δεν πρόκειται για εύκολη δουλειά εφόσον η ανανέωση της ευαισθησίας γίνεται προς δύο κατευθύνσεις αν διαβάζω σωστά: από τη μια μεριά ο εξωτερικός κόσμος, ο κόσμος των πραγμάτων αποκτά έναν πιο διάφανο λυρισμό και από την άλλη έντονη γίνεται μια βαθύτερη διάθεση, ας πούμε το φιλοσοφικότερο ή μυθολογικότερο ποιητικό σύμπαν ασχολείται (πέρα από τα ήδη γνωστά: νεότητα, μελαγχολία, πίκρα) και με άλλα ζητήματα, ζητήματα που συνδέονται βεβαίως και με τη φθορά του χρόνου. Ένα πρόχειρο παράδειγμα: το μηδέν, στο ομότιτλο ποίημα, λειτουργεί ως σύμβολο που αντιστέκεται στο θάνατο, ως σύμβολο του ολοκληρωμένου, του βέβαιου και ασφαλούς, του σχήματος δηλαδή που δεν επιδέχεται γωνίες ώστε να κρύβεται ή να φο)λιάζει η φθορά σε όλες τις μετωνυμικές εκδοχές της: χρόνος, κούραση, μελαγχολία, αναστάτωση, άνυδρο τοπίο, τέλμα, θάνατος. Αυτή η σχηματική αντιπαράθεση: κύκλιο σχήμα/μηδέν VS οξυγώνια σχήματα, αποκτά στο σημασιολογικό κόσμο της συλλογής ανθρωπολογική διάσταση· την αντίθεση δηλαδή ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο. Το παιχνίδι των σχημάτων ολοκληρώνεται με μια έξυπνη καταληκτική έκφραση: «σε χρόνο μηδέν ήθελε να ξεχάσει». Το μηδέν εδώ αντικαθιστά με περίπου παιδική απλότητα την κατάλυση του χρόνου, επινοώντας προς όφελος μας μια ωραία παρηγοριά λησμοσύνης (ας θυμηθούμε και το θαυμάσιο ποίημα «Κονιάκ μηδέν αστέρων» της μεγαλύτερης εν ελλάδι ζώσας ποιήτριας, της Κικής Δημουλά).

Η δεύτερη καινοτομία του εγχειρήματος που ακούει στον τίτλο Φαινώ, Η αγρύπνια του πελάγου έγκειται στη λυρική επεξεργασία, στη λεπτή ποιητική γλώσσα. Ο λυρισμός της ενότητας είναι θαλασσινός, υγρός, ερωτικός. Κοιτάξτε για παράδειγμα τους τίτλους των 10 ποιημάτων: Ένα δάκρυ. Φαινώ, η αγρύπνια του πελάγου, Στου χρόνου το λιμάνι (Στου χρόνου το λιμάνι/ πύλη ξεχασμένη από ορθρινούς κυματισμούς [...] μέσα στης αμμουδιάς την καρδιά [...] βότσαλα [...] σύννεφα, [...] χρυσές βροχές), Κοχύλι κλειστό. Οξειδωμένη Νηρηίδα. Ας κυλούσε («σιωπή της θάλασας», «ύφαλα του πεπρωμένου»), Στιγμές ρέουσες (μορφή από πάχνη), Υγρή κραυγή («παράπονο φθινοπωρινής βροχής», «αρχαία ρυάκια πυρετικά», «στήθος ήρεμων κυματισμών»»κουπαστή του χρόνου»), Αρμένισμα μελαγχολίας, Νίψου αλλά και στα άλλα ποιήματα είναι ρητή η σχέση με το υγρό και την υγρότητα: «αστείρευτο νερό» (Πρόλογος, σ. 11), «Πριν απ; το πέλαγος μακρόχρονο λιμάνι» (Επίγραμμα, σ. 13), «σε ποιους όρμους, σε ποια βράχια επάνω [... ] «χνάρι της αμμουδιάς πικρό/ που σ' ενός γλάρου σκιά θα σβήσει», όπως και οι δύο καταληκτικοί στίχοι «Και η καρδιά σου ασάλευτη και σιωπηλή/ στης μνήμης την ανοιχτή θάλασσα κωπηλατεί» (Πυρκαγιά του ορίζοντα), «διπλώνεις το εωθινό δίχτυ της θάλασσας», «σε τόσα ακρογιάλια», «κι ο ορίζοντας στενεύει/ κι ούτε πυξίδα καμιά» (Τώρα είσαι), «ρίζα αρχέγονη στον θαλασσένιο ανθώνα» (Τα μάτια σου), «σεργιάνιζαν οι αστερίες», «νύχτα μ' ένα φεγγάρι απόχη» (Νύχτα), «και γω για τα καράβια θέλω να σου πω», «καμπύλο ρόδο της θάλασσας», «ποστάλια και φορτηγά» (Ξημέρωμα), «αγκυροβολημένες σε αστροφεγγιές», «αιχμαλωτίζοντας το γαλάζιο» (Νίψου), «ανθοφόρα δάκρυα» (Επίλογος). Εξαίρεση μοναδική το ποίημα «Το μηδέν», «Μνήμες φωτιάς» και «Άπλωσε».

Παράλληλα, στο επίπεδο του νοήματος, η Φαινώ είναι κατ' ουσίαν ένας διάλογος της μνήμης (της νεότητας) με το χρόνο. Η βαθύτερη αποστολή της ηρωίδας (ηρωίδα ιάμβου αποκαλεί τη Μαρίνα των βράχων ο Οδυσσέας Ελύτης) είναι να διαφυλάξει (αυτό υπονοεί η λέξη αγρύπνια) την ομορφιά του κόσμου μέσα στην κακοτυχία της «αυτήν την ώρα την ανύσταχτη/ που ολομόναχη συντρίβεται» (Το δάκρυ). Η αναφορά στον Ελύτη δεν είναι χωρίς σημασία. Νομίζω πως η Φαινώ είναι μια ωριμότερη Μαρίνα των βράχων με την εξής διαφορά: δεν σπαταλά τη νιότη της γυρίζοντας ολημερίς αλλά, αντίθετα, στοχάζεται, θυμάται αφού η εμπειρία της ζωής αποδεικνύεται «δύσβατο μονοπάτι». Αυτό που στοχάζεται είναι η φύση και πιο ειδικά, μια ειδικότερη μορφή της, η θάλασσα, το θαλασσινό, το υγρό στοιχείο με όλη την δύναμη και τον πολιτισμικό κώδικα που κουβαλά η λέξη στην ανθρώπινη ιστορία αλλά και στη λογοτεχνική ιστορία. Γι' αυτό δεν είναι τυχαία και η συνάφεια με την ελυτική γραφή και την ελυτική κοσμολογία ιδιαίτερα στην εκδοχή των Προσανατολισμών. Εκφραστική τολμηρότητα, μεταφορικές και μετωνυμικές χρήσεις όπως: «Με γεύση στα χείλη ονείρου πικρού» (βλ. το στίχο «έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη»), Γέλιο ξυπόλητο, αιμάτινη αλμύρα (βλ. «Ω νεότητα/ Πληρωμή του ήλιου/ αιμάτινη στιγμή/ Που αχρηστεύει το θάνατο»), ως την διαύγεια της αθωότητας,

αισθήματα γυμνά, το ρίγος της χίμαιρας ντυμένη, ξεχτένιστες στιγμές κλπ. συζητούν και ξαναγράφουν το ίδιο το διακειμενικό παιχνίδι της ποιητικής δημιουργίας. Γιατί μέρος πια του δικού μας αναγνωστικού παιχνιδιού είναι ο διακειμενικός οπλισμός μας από την ανάγνωση και το συγχρωτισμό με τον λόγο του Ελύτη: το «γδυτό νερό», η «σκυτάλη της Χίμαιρας», «η διαύγεια των βυθών», «η αρχέγονη φωτιά της νιότης», οι «υγρές σιωπές», γιατί «σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια» και άλλα πολλά αποτελούν αθόρυβο κτήμα και παγκαρπία πνευματική. Η θητεία στον μοντέρνο αφηγηματικό τρόπο των νεοτερικών ποιητών (ας θυμήσω εδώ και δύο μότο του Ελυάρ που επιτάσσονται των τίτλων των ποιημάτων και που ενισχύουν τη συνάφεια με τον λόγο του Ελύτη) έδωσε την ευκαιρία στην ποιήτρια να επινοήσει στίχους όπως: «αρχαία ρυάκια πυρετικά» ή «του κορυδαλλού η καρδιά και το άρωμα της γαζίας». Τέλος, για όσους από εμάς τους δασκάλους αρέσκονται στις αινιγματώδεις μεταφορές ας παίξουμε με τους μαθητές μας το παλιό υπερρεαλιστικό παιχνίδι της ομορφιάς. Όχι λοιπόν «η νιότη σου» αλλά «υγρή κραυγή» ή «αστείρευτο νερό», όχι «η καρδιά σου» αλλά «Οξειδωμένη Νηρηίδα», όχι «μνήμη» αλλά «ανοιχτή θάλασσα», όχι «Απρίλης» αλλά «κρασί που αναβλύζει». Μόνο τότε, αγαπητοί φίλοι, ενδεχομένως «Θα πιάσουμε το σύννεφο θα βγούμε από τη συμφορά του χρόνου» (Οδυσσέας Ελύτης, Προσανατολισμοί, Γέννηση της μέρας).


Παρουσίαση Φαινώ η αγρύπνια του πελάγου


Γιώργος Φρέρης Καθηγητής Συγκριτικής Γραμματολογίας στο Αριστοτέλειο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης Τμήμα Γαλλικής γλώσσας.

Πριν από πέντε χρόνια, είχα τη χαρά να παρουσιάσω, στον ίδιο αυτόν χώρο, τα Ιδεογράμματα, της συναδέλφου Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου. Επρόκειτο για μια ποιητική συλλογή, όπου εικόνα και κείμενο (συμφραζόμενα) αλληλοσυμπληρώνονταν, έδεναν απόλυτα μεταξύ τους. Σήμερα, μετά και την ποιητική της συλλογή Η Νύχτα γεννιέται υγρή του 1997, έχω την τιμή να σας παρουσιάσω τη νέα της δουλειά, Φαινώ, η αγρύπνια τον πελάγου. Πρόκειται για 21 ποιήματα που εκδόθηκαν στα τέλη της περασμένης χρονιάς, εδώ, στην πόλη μας, από τις εκδόσεις Γ.Μπίμπης, στη σειρά: "Μικρή Φιλολογική". Είναι 21 ποιήματα που παρατίθενται σε γαλλική μετάφραση και στο ελληνικό πρωτότυπο, χωρίς να σημειώνεται πουθενά το όνομα του μεταφραστή. Έτσι ο αναγνώστης οδηγείται στο συμπέρασμα ότι μεταφραστής και δημιουργός είναι το ίδιο πρόσωπο, φαινόμενο όχι σπάνιο. Πρόκειται για μια τεχνική που η Μελίτα Τόκα - Καραχάλιου έχει ξαναεπιχειρήσει. Ίσως αυτό εκ πρώτης όψεως να τη βοηθά να αποκτήσει ένα πιο ευρύ αναγνωστικό κοινό. Όμως δεν πιστεύω ότι ο πραγματικός λόγος είναι αυτός που προανέφερα και εικάζω ότι η διαδικασία που ακολουθείται οφείλεται στην "παιδεία" της, στις λογοτεχνικές της καταβολές, στις αναγνώσεις της, στην κουλτούρα της γενικότερα. Με έντονη την επίδραση της γαλλικής λογοτεχνίας, το ποιητικό εγώ αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε εικόνες και εκφραστικούς συνειρμούς των δύο γλωσσών, των δύο κόσμων, της γαλλικής και της ελληνικής. Σε σημείο μάλιστα ο αναγνώστης που γνωρίζει και τους δύο γλωσσικούς κώδικες να έχει να επιλέξει ανάμεσα σε δύο κείμενα, που αν και είναι όμοια, διαφέρουν, που αν και εκφράζουν την ίδια έννοια, διατυπώνονται συχνά με διαφορετικό εκφραστικό τρόπο.

Όμως ας μιλήσουμε για για την Φαινώ, όνομα σπάνιο και λόγιο, που φωνητικά τουλάχιστον προκαλεί αρχικά ένα ευχάριστο δέος στον αναγνώστη, μια απρόσμενη έκπληξη στη συνέχεια. Αργότερα γίνεται εμφανές ότι πρόκειται για ένα γυναικείο όνομα της ομηρικής εποχής.

Όπως αναφέρθηκε ήδη, η συλλογή αποτελείται από 21 ποιήματα, που όλα φέρουν έναν τίτλο, εκτός του πρώτου και του τελευταίου, όλα στο δεύτερο πρόσωπο, πρόσωπο που έχει διττό δέκτη: τον αναγνώστη και το ποιητικό εγώ. Όμως τα δύο απλά ποιήματα που συμβαίνει να είναι τα πιο σύντομα, τα πιο μικρά, έχουν θέση εισαγωγής και επιλόγου. Το πρώτο, εκφράζει τη διαπίστωση της σπατάλης μιας ζωής και το δεύτερο, κλείνει την όλη ποιητική αφήγηση μ' ένα μήνυμα ελπιδοφόρο: το ποιητικό εγώ ξεπέρασε τον πόνο και η ηρεμία αποκαταστάθηκε.

Τα 19 ποιήματα που παρατίθενται είναι η αποκρυστάλλωση της συνειδητοποίησης κρίσιμων καταστάσεων που προκάλεσαν άγχος, πόνο, κλάμα, αγωνία, λαχτάρα. Όλα αυτά τα συναισθήματα συνθέτουν ένα θαυμάσιο μωσαϊκό μιας ποιητικής πορείας που τείνει προς την αυτογνωσία μέσ' από ένα λόγο πυκνό, δυνατό, ευδιάκριτο, προσωπικό, με ιδιαίτερη οπτική. Τα θετικά αυτά γνωρίσματα της ποιητικής έκφρασης είναι αποτέλεσμα της περισυλλογής, της παρατηρητικότητας, της δυνατότητας του ποιητικού εγώ να ανασκάπτει σε βάθος τον έσω κόσμο και να ανασύρει πρωτογενές υλικό, που το μεταπλάθει στη συνέχεια σε ποιητικό λόγο. Πρόκειται για μια ποιητική γλώσσα που ενώ είναι τόσο προσωπική, δεν ξενίζει. Αντίθετα, θα έλεγα ότι γίνεται τρυφερά οικεία. Παραθέτω ένα μικρό παράδειγμα:

Σε ποιους όρμους, σε ποια βράχια επάνω

ανασαίνοντας στιγμές αστραφτοβόλες

θρηνούνε τώρα οι προσδοκίες σου,

χνάρι της αμμουδιάς πικρό

που σ' ενός γλάρου σκιά θα σβήσει. ("Πυρκαγιά του ορίζοντα", σ. 39).

Ο κόσμος της Μελίτα Τόκα - Καραχάλιου είναι ένας κόσμος θραυσμάτων σε διαρκή αλλά ρέουσα ανασύνθεση. Χαρακτηρίζεται μάλιστα από μια αγέρινη ασάφεια, από την οποία αναβλύζει ένα ρίγος αοριστίας. Αισθάνεσαι ότι βρίσκεσαι σε μια διαρκή αγρυπνία, ίσως αυτή του πελάγου, διαπιστώνεις ότι σιγά σιγά ανακαλύπτεις έναν κόσμο γοητευτικό, αλλά ασταθή. Το φανταστικό δεν εμφανίζεται ως άρση, αλλά ως η ολοκλήρωση του πραγματικού, η προέκταση του, η άλλη όψη του, η αθέατη πλευρά του. Κι όλα αυτά σ' ένα επίπεδο αισθαντικό, καθόλου εγκεφαλικό. Σε ένα επίπεδο όπου η ανάλυση περιττεύει, ίσος γιατί λειτουργεί η υποβολική ευαισθησία. Γενικά η ποίηση της Μελίτα Τόκα - Καραχάλιου μπορεί να αποτελέσει ένα χαρακτηριστικό δείγμα άμεσης ποίησης. Την κατακτάς με την πρώτη επικοινωνία, δέχεσαι την ακτινοβολία της. Είναι ο λόγος που ακούς ευκρινέστερα, όταν ο νους σιωπά. Το τοπίο το βλέπεις καλύτερα, όταν έχεις τα μάτια κλειστά... Π.χ.

Κλειστά κοχύλια

με σάρκα ζωντανή

στην απλωσιά της αμμουδιάς ανθούν

από την μουσική της θάλασσας στιλβωμένα,

μάτια ασημιά πίσω από τους ανέμους, το πέταγμα των πουλιών ακολουθούν

μέχρι των καραβιών το λίκνισμα. ("Κοχύλι κλειστό", σ. 25).

Τότε μόνο αποκρυσταλλώνεται η εσώτερη φωνή της ποίησης που εκφράζεται αβίαστα. Η ποίηση της Μελίτα Τόκα - Καραχάλιου ζει τον παρόντα χρόνο, μετέχει στα συμβαίνοντα της καθημερινότητας, δε δραπετεύει στο φαντασιακό, περπατάει δεν πετάει, συνομιλεί με τον εαυτό της, με τον αναγνώστη, όμως δεν παραμιλά. Δεν εκστασιάζεται, δεν αιωρείται, δεν ψάχνει το ανεξήγητο. Επομένως, δεν αποβλέπει στο υπερβατικό. Γι αυτό κι ο λόγος της είναι απλός, χωρίς επιτήδευση, σωστά δομημένος, συναισθηματικά ελεγχόμενος, γεμάτος ανθρωπιά, συγκινητικός. Μοιάζει σαν να προσπαθεί να σε πείσει για κάτι, να σε προφυλάξει από παγίδες της καθημερινής ζωής, από συμπληγάδες που σηματοδοτούν τις μικρές ή μεγάλες χαρές, τις ελπίδες ή τις διαψεύσεις ενός πόθου, μιας επιθυμίας, ενός καημού. Π.χ.

Αρμένισμα μελαγχολίας

από τα μάτια σου μέχρι τα κέρινα χείλη της σελήνης

και βαθιά από τα σπλάχνα της ζωής σου

ημέρες χαράς καπνίζουν

κρατώντας σφιχτά στα χέρια

σπόρους της μνήμης. ("Αρμένισμα μελαγχολίας", σ. 49).

Όμως η συλλογή αυτή στο συνολικό έργο της Μελίτα Τόκα- Καραχάλιου αποτελεί κατά τη γνώμη μου μια νέα εκφραστική προσπάθεια, διαφορετική από τις μέχρι τώρα, μια προσπάθεια που σηματοδοτεί μια ωριμότητα, μια καλύτερη τεχνική, μια πυκνότητα νοημάτων στην παράθεση τους, μια γραφή περισσότερο γοητευτική. Γι αυτά τα καινούρια στοιχεία -προτερήματα, που είναι διάχυτα στην τελευταία συλλογή της Μελίτα Τόκα- Καραχάλιου, δέχθηκα να σας μιλήσω και να βρεθώ ανάμεσα σας, εκφράζοντας την ευχή να συνεχίσει η δημιουργός να μας ξαφνιάζει ευχάριστα με τη δουλειά της.

Φαινώ η αγρύπνια του πελάγου - Phaeno la veille pelagique

Γιάννης Τζανής
Παρουσίαση της Μελίτα Τίκα Καραχάλιου και του βιβλίου της «Φαινώ, η αγρυπνία του πελάγου» Θεσσαλονίκη 1999 από τις εκδόσεις Μπίμπης.

Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης
Τρίτη 5 Δεκεμβρίου 2000
Κύριε
Τη Μελίτα Τόκα - Καραχάλιου τη γνώρισα, όταν ήμουν μαθητής στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού σχολείου του χωριού μου. (') πατέρας της Ευθύμιος Τόκας ήταν διευθυντής του σχολείου και η μητέρα της η κυρία Καίτη για κάποιο διάστημα δασκάλα μου.
Η Μελίτα ήταν τότε μια ξανθή, αέρινη κι άπιαστη παρουσία ανάμεσα στα κουρεμένα κεφάλια και τα μαυρισμένα από τον ήλιο χωριατόπουλα της δεκαετίας του πενήντα.
Νιώθω, λοιπόν, μια δυνατή συγκίνηση κι η μνήμη μου χοροπηδά και πιάνει το τρεχαλητό ξυπόλητη, όταν διαβάζω τα ποιήματα της που είναι στην πλειοψηφία τους γεμάτα αναμνήσεις και νοσταλγίες κοριτσίστικες. Λυτή η Φαινώ, που φανερώνεται πίσω απ' το ημίφως της γκαζόλαμπας τον παιδικοί ονείρων, που φέγγει με το απαλό του φεγγαριού χαμόγελο και φωσφορίζει μες στη φαντασία με γυρίζει χρόνια πίσω στις πηγές τις νιότης που δεν κύλησε ασυλλόγιστο ρηχό νερό να το ρουφήξει η άμμος, παρά χάραξε βαθύ ρυάκι να ποτίζονται τα όνειρα. Κάθε φορά που γνήσια ερεθίσματα, όπως ετούτα τα ποιήματα της Καραχάλιου, με πηγαίνουν
στις πήγες της νιότης νιώθω μια ευφορία να με διαποτίζει.
Ας έρθουμε όμως στην ποιήτρια γιατί σήμερα με την ευκαιρία της επίσημης παρουσίασης του καινούργιου βιβλίου της «Φαινώ, η αγρύπνια του πελάγους» θα κάνω μια σύντομη αναφορά σε όλο το έργο της:
Μελίτα Τόκα- Καραχάλιου και τα νεανικά της χρόνια της έχει επηρεαστεί από το Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία Θεσσαλονίκης και έκανε με μεταπτυχιακές σπουδές στις οπτικοακουστικές μεθόδους διδασκαλίας στη Γαλλία στο Παρίσι, όπου γνώρισε την κίνηση της σχηματικής ποίησης, και επηρεάστηκε βαθιά απ' αυτόν τον τρόπο ποιητικής έκφρασης και κυρίως από την ποίηση και τα Ιδεογράμματα του Απολλιναίρ.
Μετά την επιστροφή από Γαλλία παντρεύεται με το στρατιωτικό γιατρό Κωνσταντίνο Καραχάλιο με τον οποίο απόκτησε δύο παιδιά, ακολουθώντας τον στις ατελείωτες μεταθέσεις του γύρισε όλη την Ελλάδα και ιδιαίτερα τα ελληνικά νησιά μας και μπορούμε να πούμε ότι είναι πολίτης όλης της χώρας αφού έζησε για κάποιο διάστημα στις περισσότερες περιοχές της
Έτσι δε διορίστηκε ποτέ σε σχολείο και δεν άσκησε ποτέ το επάγγελμα της καθηγήτριας Γαλλικής φιλολογίας όπως οι περισσότεροι συμφοιτητές της. Η περιπλάνηση της αυτή στην Ελλάδα και στο εξωτερικό γέμιζε το διάφανο κρυστάλλινο δοχείο της ψυχής με ομορφιές και εμπειρίες που αποτέλεσαν το υλικό αλλά και το έναυσμα για την ποιητική της δημιουργία.
Eτσι το 1980 δημοσίευσε την ποιητική συλλογή "Περάσματα", μια απόπειρα να εκφραστεί δοκιμάζοντας τον παραδοσιακό τρόπο και εν σπέρματι, τον ελεύθερο στίχο.
Το 1983 δημοσίευσε την ποιητική συλλογή "Περιπλανήσεις", όπου δοκιμάζει μοντέρνους τρόπους έκφρασης με ιδιαίτερη κλίση στο σχηματικό ποίημα.
Η σχηματική ποίηση είναι ένας ιδιαίτερος τρόπος ποιητικής γραφής, που συνδυάζει την αρμονία, τη μουσικότητα και τη χάρη του έμμετρου λόγου με την εκφραστική δύναμη της εικόνας. Έχει τις ρίζες του στο αρχαίο ελληνικό επίγραμμα, αφού μας σώθηκαν στην Ελληνική ή Παλατινή Ανθολογία επιγράμματα με σχήματα βωμών, φτερών ή τσεκουριών από σπουδαίους ποιητές όπως ο Θεόκριτος, ο Σιμίας και ο Λοκτιάδας Αυτός ο τρόπος ποιητικής έκφρασης διατηρείται μέχρι σήμερα σε διάφορα σημεία του κόσμου και έχει χρησιμοποιηθεί από πολύ σπουδαίους εκπροσώπους της παγκόσμιας ποίησης, όπως ο Μαλαρμέ, ο Μαγιακόφσκυ, ο Λπολ-λιναίρ και ο Σεφέρης.
Η Μελίτα Τόκα - Καραχάλιου μας έδωσε αξιοπρόσεχτα δείγματα σχηματικής ποίησης, που συγκεντρωμένα δημοσιεύτηκαν στο βιβλίο της "Ιδεογράμματα" το 1995 στη Θεσσαλονίκη από τις εκδόσεις '"Κώδικας" με γαλλική μετάφραση. Στο διάστημα που μεσολάβησε από το 1983 ως το 1995 δημοσίευσε ποιήματα της σε λογοτεχνικά περιοδικά όπως το Neuropil του Λουξεμβούργου, το Τραμ, η Ν. Εστία, η Ν. Πορεία και τα Γαλλικά περιοδικό Doc(k)s, Scnticres Pocliques, Connaissanee Hellenique.
Η σχηματική ποίηση είναι το αγαπημένο θέμα της. Δίδαξε σε διάφορα σχολεία σχηματικά ποιήματα, έδωσε διαλέξεις στο Γαλλικό Ινστιτούτο στο Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο και ασχολήθηκε με δοκίμιο σχετικά με το είδος αυτό.
Το 1995 εξέδωσε και το βιβλίο «Από το Θεόκριτο στο λογογράφημα» επίσης εκδόσεις  «Κώδικας» ένα δοκίμιο για τη σχηματική ποίηση.
Το βιβλίο της κ.Τόκα-Καραχάλιου δεν είναι μια εξαντλητική επιστημονική μελέτη που απευθύνεται σε ειδικούς, αλλά ένα σύντομο κείμενο, που απευθύνεται στο μέσο Έλληνα αναγνώστη, για να παρουσιάσει ένα φαινόμενο, αλλά από σεβασμό στην ερευνητική δεοντολογία παρουσιάζει τις πηγές από όπου αντλεί το υλικό του. Στα έξι κεφάλαια του παρουσιάζει μια σύντομη αναδρομή στον ιδιαίτερο αυτό τρόπο γραφής, την εξέλιξη του σχηματικού ποιήματος μέχρι σήμερα., το ιδεόγραμμα στη νεοελληνική λογοτεχνία και τα καινούργια ρεύματα στην παγκόσμια ποίηση όπως είναι ) συγκεκριμένη ποίηση, το λογογράφημα, η ταχυδρομική τέχνη, η φωνητική ποίηση κ.α.
Από τα κείμενα που παρεμβάλλει μας δίνεται η δυνατότητα να γνωρίσουμε τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα του είδους και να σχηματίσουμε μια σχετικά ολοκληρωμένη αντίληψη για τους επικοινωνιακούς και τους αισθητικούς στόχους που επιδιώκει ο ποιητικός αυτός τρόπος και το ρεύμα που αναπτύχτηκε.
Το βιβλίο της κ. Τόκα-Καραχάλιου κλείνει με τη διαπίστωση. ότι σήμερα που η εικόνα κυριαρχεί παντού και επικοινωνούμε περισσότερο με οπτικά σήματα επηρεάζεται και η ποίηση από τις εξελικτικές τάσεις της εποχής.
Άλλα παρουσιάζουν με χαρακτηριστικές πρωτότυπες εικόνες, χωρίς μελοδραματικές εξάρσεις, σ' ένα κλίμα ευγενικής και αξιοπρεπής μελαγχολίας, τις στιγμές που έπεφτε η αυλαία της ζωής, που "έγερναν οι μέρες των κελαηδισμών στην πλάστιγγα του χρόνου", έφευγε η μάνα κι άλλαζε διάσταση "γλιστρώντας στο αδιάφανο μονοπάτι, σε κάμπους μ' ασφοδέλια".
Άλλα σκιαγραφούν, και πάλι χωρίς εντάσεις και μελοδραματισμούς, το μελαγχολικό κλίμα της απουσίας, που είναι "γεύση πικρή" "τεφρή σχισμάδα". "σχήμα απροσδιόριστο", "ομίχλη που διαπερνάει την ψυχή", "οδυνηρή σιωπή" και σιγά σιγά γίνεται "λέξεις, στίχος και ποίημα".
Τέλος τα δύο σχηματικά ποιήματα "Το βότσαλο" που ανοίγει τη συλλογή και "Το ακροθαλάσσι" που κλείνει τη συλλογή, δίνουν, με το σχήμα και το περιεχόμενο τους, μια μεταφυσική διάσταση, καθώς δημιουργούν την αίσθηση πως οι άνθρωποι είναι τα κύματα, που μπορεί από ένα βότσαλο να προκληθούν, κυκλοτερώς να κινηθούν κι από την αντίπερα όχθη να σβήσουν στο δικό μας ακροθαλάσσι, όπως η μητέρα της Μελίτας, η κάθε μητέρα, η δική μου η δασκάλα η κυρία Καίτη, μ' ένα βότσαλο πικρό, μια μαύρη πέτρα ματωμένη κίνησε απο της Σμύρνης το περιγιάλι κι έσβησε στης Σαλονίκης την ακτή.
H άσκηση στη σχηματογραφία τη βοήθησε πολύ να κατακτήσει ένα βασικό όργανο ποιητικής έκφρασης, την εικόνα. Τώρα η ποίηση της είναι γεμάτη από εικόνες, ζωντανές και συχνά πρωτότυπες ποιητικές εικόνες. Μαθαίνει σιγά-σιγά να αφηγείται, ακόμη και να φιλοσοφεί με εικόνες.
Θα κλείσω την εισήγηση μου με ορισμένες συμπληρωματικές γραμματολογικές πληροφορίες.

Για το έργο της Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου έγιναν εκδηλώσεις στο Γαλλικό Ινστιτούτο, στο Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο, σε σχολεία, όπου η ίδια παρουσίασε το έργο της σε μαθητές, στην Εταιρεία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.

«Ελαφρά αποσκευή» Από την Ιταλική στην Ελληνική Το έργο του ποιητή Vito D. Armento



Παρουσίαση της Ποιητικής συλλογής του Ιταλού ποιητή Vito D. Armento, στο Ιταλικό Ινστιτούτο Τετάρτη 3 Μαρτίου 1999 από: Φοίβο Γκικόπουλο Επίτιμο διδάκτορα του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, Μελίτα Τόκα Καραχάλιου και τον ίδιο τον ποιητη Vito D. Armento.








Φ . Γκικόπουλος

Θα έπρεπε να παρουσιάσουμε μονάχα βιβλία που μας μιλάνε, χωρίς γι'αυτό να είναι μια τιμωρία, για ένα ταξίδι προς το αδιάβατο δρόμο της ζωής, και ακόμα περισσότερο εκείνα τα βιβλία που μας οδηγούν στην ποίηση , αφού είναι και πηγή και μορφή και συζυγία της ίδιας ζωής. Δεν θα αποκτήσουμε όμως γι' αυτά φήμη ή δωρεάν ταξίδια σε μέρη διακοπών. Θα έχουμε όμως στα χέρια ένα βιβλίο ωραίο σαν τη δύση , δηλαδή σαν εκείνο το ιδιαίτερο φαινόμενο για το οποίο αναρωτιόμαστε εάν μπορεί να παρουσιαστεί. Αλλά αν θεωρούσαμε μια ψευδαίσθηση τη φυγή του ηλίου πέρα από τον ορίζοντα, πως θα θεωρούσαμε τη συλλογή ,«Ελαφρά Αποσκευή »του Vito D'Armento. Μια από της τέσσερις ή πέντε σημαντικές συλλογές που βγήκαν τα τελευταία χρόνια;Ασφαλώς ναι. Σκέφτομαι σ' αυτήν την κυριακάτικη ανάγνωση ,ζώντας ξανά στο απογευματινό φως μια συγκίνηση για λέξεις την οποία νόμιζα ξεχασμένη. Δεν χρειάζεται, με αυτούς τους στίχους , να προχωρήσουμε πέρα από τα όρια της γης που μας αφορά σαν ανθρώπινα όντα, για να φτάσουμε υπόγειες και άγνωστες δραστηριότητες ή αντίθετα, για να αποκτήσουμε ουρανικές γοητείες ακόμα πιο φανερές από της κομήτες που μας επισκέπτονται. Η σπορά , στην περίπτωση μας , έγινε στη γη που αγαπάμε, σε εκείνο τον ρευστό ωκεανό που μας φιλοξενεί. Vito D'Armento έχει από την μεριά του την μεγάλη ικανότητα να διηγηθεί την καθημερινή εμπειρία με μια προσωδία σίγουρη του εαυτού της , δοσμένη στο φως για να σκεφτεί στον ήχο των πραγμάτων. Επειδή είναι οι άνθρωποι οι δημιουργοί αυτού του ήχου ,ακόμα και μια ακτίνα φεγγαριού γίνεται μαντική για τις λέξεις της ποίησης , εάν αυτές οι λέξεις μεταμορφώνονται σε ένα αποτελεσματικό και διαφανές εργαλείο της θέλησης. Η αρμονία του βιβλίου εξαπλώνεται ανάμεσα σε διηγημένες γλύκες , όπως μπορεί κανείς να διηγείται μια ιστορία σε αγγελική γυναίκα, και ανάμεσα σε ευφυείς μακριά από τις πολεμικές . Από κάθε μεριά εμφανίζεται η αυθόρμητη μουσικότητα των δονήσεων της γης.

Σε βρίσκω κάθε στιγμή και σε αναπολώ ηλιακή και φεγγαρίσια με την πυρά του ήλιου και του ψύχους της σελήνης, ηλεκτρική και ωχρή σε χάνω κάθε στιγμή και σε λησμονώ απολιθωμένα και θάλλουσα, σκληρή μνήμη και αδιαφορία αδιάλειπτη, με ήλιο και με σελήνη.
θα ήθελα, με αυτές τις λέξεις , να είμαι πραγματικά μέσα στο βιβλίο που ο Vito D'Armento είχε την περιπέτεια να γράψει, χωρίς να χαθώ στην αδράνεια που είμαι δυστυχώς συνηθισμένος .

Μάλλον θα είναι χάρη στο πρώτο ποίημα, μάλλον θα είναι χάρη κάποιων επόμενων στίχων  που πέρασαν ολοκληρωτικά στην μνήμη , αλλά σήμερα αισθάνομαι έτοιμος να παραδίδω ένα μέρος της εμπιστοσύνης που διαθέτω , έτσι ώστε οι άλλοι να μπορούν να δεχτούν στο σπίτι τους αυτό το βιβλίο που δεν πρέπει να είναι εκτός από τον κόσμο που πολύ από μας ήδη γνωρίζουν.




Μελίτα Τόκα Καραχάλιου


Με την ποίηση του D. Armento ήρθα σε επαφή εντελώς τυχαία, όταν σε κάποιο ταξίδι του στην Ελλάδα, μου χάρισε το βιβλίο του «ελαφρά αποσκευή».

Οφείλω να ομολογήσω πως γοητεύτηκα από την ιδιόρρυθμη έκφραση της ερωτικής του ευαισθησίας, η οποία με εξέπληξε. Έτσι μέσα σε λίγες μέρες και για να είμαι πιο ακριβής μέσα σε λίγες βραδιές αφοσιώθηκα ολοκληρωτικά στη μετάφραση των ποιημάτων του.

Η ποίηση του D. Armento έχει την ευαισθησία και το πάθος της ανθρώπινης καρδιάς. Η φύση γίνεται στον στίχο του διεύρυνση και εκστατικής προσαρμογής του ανθρώπου μέσα σε αυτήν, και η γοητεία του φυσικού περιβάλλοντος εναρμονίζεται με το αντικαθρέφτισμα των συγκινήσεων της ψυχής, του έρωτα, την αγωνία, το πανδαιμόνιο της χαράς, με τους διαλογισμούς της καρδιάς.
Άνεμος είναι ο στίχος του D. Armento που με την μουσικότητα του διαπερνά την ανθρώπινη ψυχή, σελ. 57, ένας άνεμος που τραγουδάει τον μυστηριακό έρωτα τον πικρό και για αυτό περισσότερο και ανθρώπινο. Τον τραγουδά κάτω από ζεστό φως σελ 25, ήταν ανταύγειες του φεγγαριού. Σελ 49. ο έρωτας δεν είναι μονάχα η αθανασία της στιγμής. Είναι η αιχμαλωσία της μνήμης. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η γοητεία της ποίησης του.

Ύστερα από τέσσερις ποιητικές συλλογές που ήδη έχω εκδώσει, τόλμησα να καταπιαστώ με την ποιητική μετάφραση, η η μετάφραση είναι μια νέα σύνταξη ενός υπάρχοντος κειμένου με βάση τις αναγκαίες και θεματικές και γλωσσικές γνώσεις και δεξιότητες. Πριν να είναι μετά είναι η φράση δηλαδή σύνταξη ενός κειμένου που υπακούει στις ίδιες αρχές με οποιοδήποτε άλλο κείμενο όπως και το πρωτότυπο είναι ένα νομικό προϊόν λόγου, που ξεκινά από μια πρόθεση και επιδιώκει ένα αποτέλεσμα.
Η εκπόνηση αυτού του νέου κειμένου αναλύεται σε τρεις φάσεις. Α. Κατανοήσει του πρωτότυπου β. Σύνταξη του μεταφράσματος γ. Αξιολόγηση.
Με τον όρο μετάφραση εννοούμε ταυτόχρονα και τρεις καταστάσεις που αντιστοιχούν στις προαναφερόμενες φάσεις. 1. μια διαδικασία 2. μια πρακτική 3. ένα προϊόν που συνίσταται στην μεταφορά της ουσίας ενός κειμένου από μια γλώσσα σε μιαν άλλη. πιστεύω πως το πρωταρχικό καθήκον του μεταφραστή είναι η αναπαραγωγή του μηνύματος, για να το πετύχει οφείλει να προβεί στις αναγκαίες γραμματικές και λεξιλογικές προσαρμογές πρέπει να αναπαραγάγει στον αναγνώστη της μετάφρασης τον ίδιο αντίκτυπο που είχε το μήνυμα στους δέκτες του πρωτότυπου κειμένου. Η μετάφραση της ποίησης είναι η μεταφορά ενός ποιητικού σώματος σε ένα ποιητικό σώμα μιας άλλης γλώσσας με διαφορετικά υλικά. Έτσι καταλήγουμε να πούμε ότι είναι μια δημιουργία με τα υλικά της γλώσσα του μεταφραστή, ενός ποιητικού σώματος αντίστοιχου, ισόβαρου και ομότονου με το σώμα του πρωτότυπου που όμως μπορεί και πρέπει να σταθεί σαν κείμενο αυθύπαρκτο. Έχοντας λοιπόν υπ όψιν μου όλα αυτά κόλλησα και μετέφρασα το βιβλίο του D. Armento Ελαφρά αποσκευή . O Vincenzo Rotollo μου γράφει κατορθώσατε να διατηρήσετε την περίεργη γοητεία του ρυθμού του πρωτοτύπου. Και ο Mario Ritti μου λέει η επιγραμματική ποίηση του D. Armento προσφέρεται όμορφα για μετάφραση που την πετύχατε με πραγματικό κέφι. Και είναι αλήθεια πως δούλεψα με κέφι αυτήν τη μετάφραση . Τα ποιήματα του D. Armento έχουνε συμμετρίες και αντιθέσεις οικονομία λέξεων και πλούτο εικόνων. Αυτό με βοήθησε πολύ διότι έχω γράψει Ιδεογράμματα στα οποία υπάρχουν τα στοιχεία οικονομία λέξεων και πλούτος εικόνων. Έτσι δεν δυσκολεύτηκα στην μετάφραση. Θέλω να πιστεύω πως κατάφερα να αναπαράγω όχι μόνο τη σκέψη του D. Armento και το αίσθημα τω ποιημάτων του, αλλά και όσο γίνεται τις ιδιοτυπίες του προσωπικού του ύφος.


Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014

Η νύχτα γεννιέται υγρή



 Αντώνης Κάλφας

Μνήμη και διάλογος

Τα εισαγωγικά motto της συλλογής μάς επιτρέπουν να διαβάσουμε την ποιητική συλλογή της Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου με πολλούς τρόπους: πρώτα πρώτα σαν ένα διάλογο της ποίησης με την ιστορία acoou το ποιητικό υποκείμενο έχει συνεχώς καρφωμένο το βλέμμα του στο ιστορικό γεγονός, την πόλη της Σμύρνης με όλο τον πλούτο των μετωνυμιών της: νερά της Μεσογείου, μαργαριτάρι της Ανατολής, κληρονόμος αμέτρητων αιώνων ιστορίας, μητέρα ποιητών, αγίων και σοφών, ωραία πόλη.
 Προχωρώντας στο εσωτερικό της συλλογής, στον καρπό της ποίησης, χωρίς η παραπάνω, επιλογή να υπονομεύεται, μπορούμε να διαβάσουμε τα ποιήματα σαν ένα διάλογο της μνήμης με το εκθαμβωτικό παρελθόν, αφού το ιστορικό γεγονός γίνετε το όχημα για να περάσει ο αναγνώστης από το καθημερινό βίωμα στην ιστορημένη αναπόληση, στο παιχνίδισμα της μνήμης με το ανεπιστρεπτί απόν, στο ζωντανό έρωτα με το πενθοφόρο ερείπωμα, στον ευεργετικό διάλογο με το πολύκλωνο βλέμμα που άπαξ κατοικήθηκε. Αυτή η δεύτερη ανάγνωση δεν κρύβει μέσα της ωστόσο κανέναν νωθρό ιστορισμό, καμία εκδοχή ανέξοδης εθνικιστικής υστερίας, κανέναν εφήμερο και χαυνωτικό πατριωτισμό. Το αντίθετο μάλιστα: η μνήμη εδώ λειτουργεί απελευθερωτικά εφόσον η πόλη μετατρέπεται σε σύμβολο ευδαιμονίας, ιστορικότητας και πολιτισμού, δηλαδή σε ψυχωφελές οδόσημο που επιτρέπει το ποιητικό σώμα να βρει τα ίχνη του, την πορεία του στις φλέβες μιας ιστορίας που υπενθυμίζει τη βασανιστική αξία του υπάρχει  μέσα στον κόσμο, αφού δεν γίνεται αλλιώς να λέγεσαι άνθρωπος παρά μόνο μέσα από το τραγούδι, μέσα από τη φωτογραφία/κιβωτό πολιτισμού και ιδιωτικού θάμβους, μέσα από τη μουσική των ονομάτων ή μέσα από την επίκληση στον άνεμο που κρατάει τη ζωή «μέτοικος στων ίσκιων την καλημέρα». Τέλος, μια τρίτη ανάγνωση θα έβλεπε το ποιητικό σώμα περισσότερο αντικειμενικά. Θα απέδιδε δηλαδή στο κείμενο ιδιότητες που ενδεχομένως δεν υπήρχαν κατά το στάδιο της αρχικής σύλληψης ή της κατοπινής εν θερμώ ανάγνωσης αλλά

που ο φιλοπρόοδος αναγνώστης νιώθει ότι καλώς κάνουμε και βιαζόμαστε να νοηματοδοτήσουμε ως αναγνώστες εφόσον κατά την ανάγνωση είμαστε εμείς εν απουσία του συγγραφέως που συντάσσουμε εκ νέου το κείμενο. Μια τρίτη λοιπόν ανάγνωση θα ερμήνευε τη συλλογή μέσα από την αντίθεση ενός «μέσα» και ενός «έξω».Σύμφωνα με το σχήμα αυτό μπορούμε θαυμάσια να εξηγήσουμε ορισμένα λανθάνοντα μηνύματα που διαπερνούν το έργο. Βλέπουμε δηλαδή πως οτιδήποτε συνδέεται με το μέσα είναι δηλωτικό ανθρώπινης ερημιάς, γκρίζας ζωής, το μέσα — δηλονότι ο κτισμένος χώρος, ο πολιτισμός της πόλης—γίνεται ο χώρος του απροσπέλαστου, η περίληψη της μοναξιάς, η θλίψη του πάσχοντος υποκειμένου, η εγκατάλειψη αλλά και ο υπονοούμενος θάνατος. Μερικά παραδείγματα:

Στο κροκάτο άγγιγμα/μέρας γιορτινής, τα γκι./ Στην εξώθυρα χέρια παιδιά/ με τα τρίγωνα παιχνιδίζουν./ Μέσα στο απροσπέλαστο δωμάτιο/ το εκκρεμές σημαδεύει ρυθμικά/ τους χτύπους της άοπλης καρδιάς σου [...] (α. 21, ΤΟ ΕΚΚΡΕΜΕΙ)

Πάνω στα κλειστά παράθυρα/ οι σκιές διαστέλλονται,/το λιγοστό φως πληγώνει τους τοίχους (σ.29,ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΚΛΕΙΣΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ)

Μέρες κοιμάσαι./Τόσο γαλήνια και τόσο μόνη/ ποτέ σου δεν κοιμήθηκες./Ποτέ οι κουρτίνες του δωματίου σου δεν φύλαξαν τον ύπνο τόσο πολύ. (σ. 37,ΚΟΙΜΑΣΑΙ).

Οι ώρες τρίζουνε στις ρωγμές του τοίχου (σ.27, ΘΑ ΚΡΥΨΩ)

Έτσι, λοιπόν, οι κουρτίνες του δωματίου φυλακώνουν τον αιώνιο ύπνο και γίνονται το προοίμιο του θανάτου, η θλίψη συνδέεται με το υγρό τοίχος και την ψυχρή απομόνωση, ο ιδιωτικός χώρος γίνεται απροσπέλαστος ενώ το εκκρεμές του χρόνου καταγράφει την καθ' ημέραν φθορά, η μοναξιά συνοδεύει τον άοπλο άνθρωπο ή τον εκτελεί, το λιγοστό φως τραυματίζει, πληγώνει τους τοίχους.

Στον αντίποδα αυτών των αισθημάτων που ορίζονται από τον κλειστό ιδιωτικό κόσμο του «μέσα» ζει, υπάρχει και αναπνέει ο κόσμος του «έξω»: φωτεινός, ανοιχτός στην επικοινωνία, τόπος

σωματικής επαφής και ανθρώπινου διαλόγου, διαμεσολαβητής των μεγάλων στιγμών τόσο του προσωπικού όσο και του κοινωνικού χώρου, εορταστικός, βαθιά ερωτικός και αναστάσιμος, εύφλεκτος αλλά και υγρός, οδυσσεϊκός αλλά και ηρακλείτιος, ο κόσμος του έξω ανασαίνει τον άνθρωπο προτείνοντας μια ευανάγνωστη οικολογία για ποιητική, σχεδόν σωματική, χρήση. Δεν είναι τυχαίο ότι ο αναγνώστης της συλλογής σκοντάφτει στην χλωρίδα του ανοιχτού χώρου με τόσο έντονο τρόπο που, προς στιγμήν, μπορεί και να λιποψυχήσει και να συλλάβει για λυρισμό το συμπαντικό μεθύσι (βλ. και το σολωμικό δεν το'λπιζα να' ναι η ζωή μέγα καλό και πρώτο!). Υπογραμμίζω πρόχειρα ορισμένα από τα στοιχεία αυτού του σύμπαντος: το βότσαλο, η ωδή στη ζωή, ο ύπνος, η νύχτα, η υγρασία, το μονοπάτι, η μνήμη των κυμάτων, τα όλβια νερά, ο φραμπαλάς της γαλάζιας άνοιξης, οι περασμένες ανθοφόρες εποχές, οι πρασινάδες, η βροχή, το χνούδι της καρδιάς, το σαντούρι και χλόη, ο χρόνος που καίγεται, το τραγούδι, η μεστή σάρκα.

Αγαπητοί φίλοι, Υπάρχουν ποιήματα στα οποία επιστρέφουμε όταν η κόπωση και η βιοτική μέριμνα υπενθυμίζουν τα δικαιώματα της θαμμένης ζωής, της παλιάς τέχνης των παραμυθιών και της ιστορίας. Σ' ένα παρόμοιο ποιητικό τέχνασμα καταφεύγω σ' αυτές τις δύσκολες ώρες. Πρόκειται για το ποίημα του Οκτάβιο Παζ Μιλάω για την πόλη:

μιλάω για την τεράστια πόλη, καθημερινή πραγματικότητα καμωμένη από δυο λέξεις: «οι

άλλοι»[...]

μιλώ για τη δημοσιά μας ιστορία, και για τη μυστική μας ιστορία, τη δική σου και τη δική μου

[...]

χείλη που λένε σουσάμι κι ο χρόνος ανοίγει και το μικρό δωμάτιο γίνεται κήπος μεταμόρφωσης

κι ο αέρας και η φωτιά συναρτώνται, η γη και το νερό συγχέονται [...]

μιλάω για την πόλη, βοσκοπούλα αιώνων, μάνα που μας εγκυμονεί και μας καταβροχθίζει,

μας επινοεί και μας ξεχνάει.



Στο καταληκτικό ποίημα Γ ακροθαλάσσι οι άνθρωποι παρομοιάζονται με τα κύματα της θάλασσας που εξαφανίζονται μετά το ηδονικό λίκνισμα, τις χαρές και τις λύπες της γοητευτικής περιπλάνησης χωρίς να αφήνουν τα ίχνη τους. Εγώ, θα 'θελα να ευχαριστήσω την ποίηση, βοσκοπούλα αιώνων, γι' αυτό το λίκνισμα με την πρόσθετη παράκληση προς τον σεβαστό πατέρα της τον χρόνο ν' ανοίγει συχνότερα τα χείλη του ώστε να γίνεται το μικρό δωμάτιο κήπος μεταμόρφωσης: μήπως έτσι δελεάσουμε τον χρόνο και πάψει να μας ξεχνάει.
 Θεσσαλονίκη 1997.

ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ - IDEOGRAMMES



Γιώργος Φρέρης Καθηγητής Συγκριτικής Γραμματολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης Τμήμα Γαλλικής γλώσσας.



Σήμερα, αν στέκεται ξαφνιασμένος ο αναγνώστης και σαν διστακτικός και σκεπτικός εμπρός στις καινούριες ποιητικές προσπάθειες, πολύ πιο αμήχανο παρουσιάζεται το έργο για τον ποιητή γιατί όλα αυτά τα νήματα που τον συνέδεαν με το κοινό του, η ρίμα, το μέτρο, η στροφή και τα άλλα, ήταν και ισάριθμα νήματα που έδεναν το πραγματοποιημένο έργο με ttjv αρχική έμπνευση, (σ.77)

Αυτές τις σκέψεις του Κ.Θ.Δημαρά, από το έργο του Δοκίμιο για την ποίηση, θυμήθηκα, κυρίες και κύριοι, ανατρέχοντας στο ποιητικό έργο της Μελίτας Καραχάλιου-Τόκα, ενός έργου που αν και πρόσφατα γνώρισα, ωστόσο μου παρακίνησε την προσοχή, γιατί διέκρινα μια έντονη τάση αναζήτησης νέων εκφραστικών μέσων. Αν και το απόσπασμα του Δημαρά που σας διάβασα αναφέρεται στην αποδέσμευση της νεότερης ποίησης από τον ασφυκτικό κλοιό των νόμων και των κάθε λογής περιορισμών του ποιητικού λόγου, πιστεύω πως η παρατήρηση του ιστοριογράφου της λογοτεχνίας μας αρμόζει και σε κάθε νεοτερισμό που τείνει να γίνει κανόνας. Γι αυτό και στο ίδιο κεφάλαιο διευκρινίζει πως

Όταν έγινε συνείδηση στους ποθητές η φύση του λυρισμού, με ακέρια τη δύναμη τους προσπάθησαν να λυτρωθούν από τη γοητεία των δοσμένων σχημάτων και να τραβήξουν το δρόμο τους τον αχάρακτο. (σ.78)

Αυτόν τον "αχάρακτο" δρόμο φαίνεται να διέρχονται, εδώ και δεκαπέντε χρόνια, το ποιητικό έργο και οι λογοτεχνικές αναζητήσεις κι ανησυχίες της Μελίτας Τόκα-ΚαραχάΙιου που αντιλαμβάνεται την ποίηση σαν μια επιβεβαίωση της ύπαρξης των πραγμάτων, σαν επιβεβαίωση της ίδιας της ζωής. Τα πράγματα, τα αισθήματα, οι έννοιες προϋπάρχουν για vol επιβεβαιώνουν την πραγματικότητα και όχι ως-κενό που επιδιώκει την πλήρωση του μέσο του λόγου και πολύ περισσότερο μέσω της ποίησης. Στην ποίηση ο λόγος ενσαρκώνει την κατάσταση των πραγμάτων, των αισθήσεων, των νοημάτων μέσα από τη διάσταση μας αδιευκρίνιστης προοπτικής τους. Η ποίηση είναι λόγος στον βαθμό και το μέτρο που ένα ποίημα ανευρίσκεται ο άγνωστος και ανερμήνευτος λόγος των πραγμάτων προς την πραγματικότητα.

Αν και το εξουσιαστικό στοιχείο παραδοχής των πραγμάτων στην ποίηση είναι λέξεις, αναμφίβολα την ταυτότητα τους εξουσιάζει ο ακριβής συμβολισμός τη πραγματικότητας που αποδεικνύουν, που εκφέρουν, που εκφράζουν. Την πραγματικότητα αυτή μπορεί να την διατυπώσει ποικιλότροπα η ποίηση μέσω του λόγου: ανάλογα με τη θεώρηση μιας σχολής, μιας λογοτεχνικής τάσης, μιας πολιτισμικής νοοτροπίας, μιας προσωπικής ιδιοσυγκρασίας. Στην περίπτωση της Μελίτας Καραχάλιου - Τόκα η πραγματικότητα αποδίδεται και με το σχήμα, δηλαδή δεν αρκεί ο λόγος. Ή μάλλον η πραγματικότητα που ο ποιητικός λόγος εκφέρει, ταυτίζεται απόλυτα με την απεικόνιση των πραγμάτων, που επιβεβαιώνεται σε τέτοιο βαθμό ώστε οι λέξεις να αποτελούν το άλλοθι της πραγματικότητας, ή το σχήμα το άλλοθι του λόγου. Κι αυτό γιατί ό,τι εκφράζεται μέσα από ένα ποίημα δεν είναι η αναπαράσταση μιας σαφούς και οριοθετημένης από τις λέξεις κατάστασης, αλλά μια πραγματικότητα που ούτε χειραγωγείται ούτε τιθασσεύεται. Απλώς διατυπώνεται και υπάρχει στη νόηση, στη φαντασία.

Αυτές τις γενικές παρατηρήσεις που αφορούν τη σχηματική ποίηση, τις διαπιστώνει κανείς από την πρώτη ποιητική συλλογή της Μελίτας Καραχάλιου-Τόκα, Περάσματα, 1980, μια συλλογή "σεμνή κι απέριττη" όπου διαφαίνεται η τάση της δημιουργού για νέους εκφραστικούς τρόπους γραφής, για νέα μεθόδευση προσέγγισης του αναγνώστη. Πρόκειται για ποιήματα-εντυπώσεις όπου αφουγκραζόμαστε την ενδόμυχη σκέψη της, όπου χαιρόμαστε για την εφευρετικότητα της. Πρόκειται για ποιήματα που προδιαγράφουν, μέχρι ενός βαθμού, την μετέπειτα εξέλιξη της με τις ποιητικές της συλλογές Περιπλανήσεις, το 1983, Ιδεογράμματα, το 1995, καθώς και το δοκίμιο της Από το Θεόκριτο στο λογογράφημα, την ίδια χρονιά. Τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της ποιητικής παραγωγής μπορούν να συνοψιστούν στα εξής σημεία:

Πρώτα, στη συχνή απουσία του ρήματος ή στη σπάνια χρησιμοποίηση του, με αποτέλεσμα οι εικόνες-εντυπώσεις να εκφράζονται από τις ίδιες τις λέξεις και η εκτίμηση ή και η προέκταση τους να αφήνεται στον ίδιο τον αναγνώστη. Και δεν αναφέρομαι αποκλειστικά και μόνο στα ποιήματα της σχηματικής γραφής, αλλά και στα υπόλοιπα, όπως στο ποίημα "Περιγραφή"·"

Ο δρόμος πλατεία το λιμάνι τα καράβια,

όνειρα παγιδευμένα μέσα στο λιμάνι.

Πιο πέρα το ακρωτήρι ο φάρος η θάλασσα ο ουρανός,

ο ουρανός κι η θάλασσα μπερδεύονται, γίνονται ένα.

Ο τόπος εδώ είναι μικρός, σε πνίγει, "πουθενά δυνατή η φυγή".

ή στο ποίημα" Πρόσθεση":

Κάθε φορά, λίγες στιγμές μαζί. Πολλές στιγμές, λίγα λεπτά. Πολλά λεπτά μια ώρα.

Πολλές ώρες μαζί μια μέρα. Μια μέρα μια ζωή. Να! η ζωή μας.

Φυσικά στη σχηματική ποίηση, το φαινόμενο της έλλειψης του ρήματος είναι πιο συχνό, ίσως και να επιβάλλεται. Π.χ. η χαρτογράφηση του ποιήματος "Οι Κυκλάδες της αγάπης που μας θυμίζει λίγο τον "Χάρτη της τρυφερότητας", La Carte du tendre, του γνωστού μυθιστορήματος του Που αιώνα της Κας Συντερύ, Ο Μέγας Κύρος (Le Grand-Cyrus), μας προσανατολίζει σε τόπους και σκοπέλους ρεαλιστικούς μιας αισθηματικής ζωής, συνόψιζα επιγραμματικά και χωρίς ρομαντικούς τόνους μια πραγματικότητα, καταγράφει με απόλυτη απλότητα και φαντασία την πορεία μιας σχέσης. Το ίδιο ισχύει και για το "άτιτλο" ποίημα όπου κυριαρχεί ο ήλιος. Η διαφορά ανάμεσα στο δύο ποιήματα βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου στο ρυθμιστικό ρόλο του ρήματος. Στις "Κυκλάδες της αγάπης" η έλλειψη ρήματος, δηλαδή η απουσία ενέργειας ή παθητικότητας, προβάλλει μια ουδέτερη κατάσταση, όπου το ποιητικό εγώ είναι απών και αναπληρώνεται από το εγώ του αναγνώστη. Ο αναγνώστης σχεδιάζει, κατά το δοκούν, την περιπλάνηση του στο προσφερόμενο πλαίσιο-χώρο. Στο "άτιτλο" ποίημα, από τον πυρήνα Η αγάπη γεννά, ένας μικρός πυρήνας ζωής που έρχεται, κατά κάποιο,  σε αντίθεση με τον ασφυκτικό κλοιό των κεφαλαίων γραμμάτων Αξέχαστες Στιγμές, ο αναγνώστης αναγνωρίζει με κάποια "τάξη" τις συνέπειες, ή καλύτερα τις φάσεις της αγάπης. Οι ίδιες παρατηρήσεις ισχύουν και για το ποίημα "Ο αστερισμός της μικρής άρκτου", όπου οι στίχοι παραπέμπουν στο σχήμα, όπου ο ποιητικός λόγος έρχεται ως απόρροια αλλά κι ως επεξήγηση του σχεδίου.

Δεύτερο χαρακτηριστικό της ποίησης της είναι η εφευρετικότητα που πηγάζει από τη σύνδεση του λόγου με την απεικόνιση της πραγματικότητας. Κι αυτό διακρίνεται κυρίως στην πρόσφατη τρίτη ποιητική συλλογή της, τα Ιδεογράμματα, που περιλαμβάνουν κυρίως ποιήματα παλαιά όπου ο λόγος περιγράφει, σχεδιάζει, αποτυπώνει το εκφραζόμενο αντικείμενο χωρίς να το σχολιάζει. Κι αναφέρομαι στην επινόηση των ποιημάτων "Πολλοί-κατοικία", "Οι μικροί χτιστάδες", "Ο σαλίγκαρος", και στην ενότητα "Τα Σημεία της στίξης", που με εφευρηματικό τρόπο ανακαλύπτεται κι αποκαλύπτεται η εσωτερική διαδικασία της δημιουργίας, που προβάλλει τη διαδικασία της έμπνευσης, που καταγράφει τη στοχαστικότητα με αποφθεγματικό τρόπο, που διατυπώνει με διεισδυτικές παρατηρήσεις και καίριους στοχασμούς, το ιδιαίτερο πνευματικό "στίγμα" της ποιήτριας.

θα σταθώ στο ποίημα" Ο σαλίγκαρος".

Τώρα που οι κοιλάδες μου πέτρωσαν και σκιές το σώμα μου οργώνουν /μέσα στη χούφτα μου την άφθαρτη / θα κλείσω τις ολοζώντανες φλόγες που πυρπολήσανε τη θάλασσα / το φως που δραπέτευσε απ τη διάθλαση των στιγμών / το μένος από την αθωότητα της ηδονικής ευωδιάς / την αστραφτοβόλα εγκατάλειψη της άνοιξης./ Ανέλπιστα θα λάμπουνε / όπως ο σαλίγκαρος στο καβούκι του.

Σ' αυτό το ποίημα η απεικόνιση του σαλίγκαρου, πέρα από την όποια αισθητική απεικόνιση, συνδράμει στην κατανόηση του λόγου, βοηθάει στη συνειδητοποίηση από τον αναγνώστη της αναδίπλωσης, της εσωστρέφειας του αφηγηματικού λόγου, του ποιητικού εγώ. Κι ότι ακριβώς η παρατήρηση, κοινή για όλα τα σχηματικά ποιήματα της δημιουργού, μας: οδηγεί στο τρίτο βασικό χαρακτηριστικό της ποίησης της Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου, το λυρισμό, την έκφραση του ψυχισμού της.

Στο ύφος της δημιουργού ανακαλύπτει ο αναγνώστης την ερμηνευτική της ματιά. Στις λέξεις που δεν τονίζονται με τον αντικατοπτρισμό της μουσικής, ούτε με τον παλμό του συναισθήματος αλλά με τη διάθεση της ποιήτριας, μυείται ο αναγνώστης παράλληλα μ' εκείνη, στην επώδυνη αλήθεια που την οδηγεί στην απεικόνιση του σκηνικού που περιγράφει. H ποιήτρια συχνά δεσμεύεται από τις καταστάσεις που επιβεβαιώνουν τα όρια των πραγμάτων και για το λόγο αυτό, η απεικόνιση παρόμοιων καταστάσεων αποτελεί την επιβεβαίωση των ορίων του λόγου της.

Η ποιητική εκφραστική προσπάθεια της Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου συνθέτει αργά, υπομονετικά και με περισσή ακρίβεια λεπταίσθητες, πρωτόγνωρες απολαύσεις. Και το πετυχαίνει αυτό γιατί γνωρίζει καλά την" αγωνιώδη" διαχρονική προσπάθεια των ποιητών να προβάλουν και ν' αποδείξουν έμπρακτα πως η γραφή μπορεί να εκφραστεί και μέσω της εικόνας, πως ο ποιητικός λόγος μπορεί να απεικονιστεί μέσω της γραφής, με λέξεις, πως οι λέξεις εκτός από σημαίνοντα είναι και σχέδια, είναι και σύμβολα. Το δοκίμιο της Από το Θεόκριτο στο λογογράφημα, περιγράφει συνοπτικά και διαχρονικά, την προσπάθεια της ποιητικής έκφρασης να καταγράψει το λόγο μέσω της εικόνας, αρχίζοντας από τη σχηματική ποίηση του Θεόκριτου μέχρι την "ταχυδρομική ποίηση" του Πιερ-Αλμπέρ Μπιρό, χωρίς να παραλείπονται οι αναφορές στα Καλλιγράμματα του Απωλλιναίρ, οι ζωγραφικές απόπειρες του Καντίσκυ, οι φουτουριστικές αναζητήσεις του Μαρινέττι, η δομηστική τάση του Κάμμιγκς, οι σχηματικές προσπάθειες των Κ.Καβάφη, Γ.Σεφέρη, Απ. Μελαχρινού, Π. Ψαλτήρα, Κ. Χρυσάνθη, Ο. Ελύτη κι άλλων. Στο ίδιο έργο εξετάζονται επίσης πολύ συνοπτικά και τα "νέα ρεύματα" της σχηματικής τάσης στη γραφή, όπως η "Συγκεκριμένη", η "Οπτική", η "Αντικειμενική" ποίηση, κι άλλες.

Το πιο ενδιαφέρον όμως, στην περίπτωση της Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου είναι ότι δεν παραμένει, όπως συχνά συμβαίνει με τους διάφορους θεωρητικούς, μόνο στη θεωρία, αλλά με τα Ιδεογράμματα δίνει έμπρακτα μια απτή και λιτή εικόνα για το πως αντιλαμβάνεται την αναζήτηση "για νέους τρόπους έκφρασης, πιο τολμηρούς από τους παραδοσιακούς τρόπους αποκαλύπτουν μια διαφορετική ποιητική αίσθηση". Σε μια εποχή, όπου η κυριαρχία της εικόνας ωθεί τη γραφή στην "περιθωριοποίηση", η ποιήτρια επιχειρεί να συμφιλιώσει τη γραφή με την εικόνα, ανοίγοντας στον ποιητικό λόγο νέα πεδία δυνατοτήτων, δίνοντας, με επιτυχία, νέα ώθηση στην ποιητική δημιουργία. Η πιστή και ταυτόχρονα σωστή μετάφραση των Ιδεογραμμάτων της στα γαλλικά από το Νίκο Τούλα, παρέχει στον αναγνώστη μα. αίσθηση οικουμενικότητας και προσδίδει στον ποιητικό λόγο μια διάσταση γενικής σύνθεση.

Γαλλικού Ινστιτούτου Θεσσαλονίκης παρουσίαση

ΘΕΣΣAΛΟΝΙΚΗ Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 1996
Σημειωματάριο
Στο πλαίσιο των λογοτεχνικών εκδηλώσεων του Γαλλικού Ινστιτούτου Θεσσαλονίκης έγινε η παρουσίαση των βιβλίων της λογοτέχνιδα Μελίτα τόκα Καραχάλιου «Από τον Θεόκριτο στο Λογογράφημα» και «Ιδεογράμματα» από τον Γ. Φρέρη και τον Γιάννη Τζανή. Το φωτογραφικό στιγμιότυπο από την εκδήλωση.