Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Η νύχτα γεννιέται υγρή



 Αντώνης Κάλφας

Μνήμη και διάλογος

Τα εισαγωγικά motto της συλλογής μάς επιτρέπουν να διαβάσουμε την ποιητική συλλογή της Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου με πολλούς τρόπους: πρώτα πρώτα σαν ένα διάλογο της ποίησης με την ιστορία acoou το ποιητικό υποκείμενο έχει συνεχώς καρφωμένο το βλέμμα του στο ιστορικό γεγονός, την πόλη της Σμύρνης με όλο τον πλούτο των μετωνυμιών της: νερά της Μεσογείου, μαργαριτάρι της Ανατολής, κληρονόμος αμέτρητων αιώνων ιστορίας, μητέρα ποιητών, αγίων και σοφών, ωραία πόλη.
 Προχωρώντας στο εσωτερικό της συλλογής, στον καρπό της ποίησης, χωρίς η παραπάνω, επιλογή να υπονομεύεται, μπορούμε να διαβάσουμε τα ποιήματα σαν ένα διάλογο της μνήμης με το εκθαμβωτικό παρελθόν, αφού το ιστορικό γεγονός γίνετε το όχημα για να περάσει ο αναγνώστης από το καθημερινό βίωμα στην ιστορημένη αναπόληση, στο παιχνίδισμα της μνήμης με το ανεπιστρεπτί απόν, στο ζωντανό έρωτα με το πενθοφόρο ερείπωμα, στον ευεργετικό διάλογο με το πολύκλωνο βλέμμα που άπαξ κατοικήθηκε. Αυτή η δεύτερη ανάγνωση δεν κρύβει μέσα της ωστόσο κανέναν νωθρό ιστορισμό, καμία εκδοχή ανέξοδης εθνικιστικής υστερίας, κανέναν εφήμερο και χαυνωτικό πατριωτισμό. Το αντίθετο μάλιστα: η μνήμη εδώ λειτουργεί απελευθερωτικά εφόσον η πόλη μετατρέπεται σε σύμβολο ευδαιμονίας, ιστορικότητας και πολιτισμού, δηλαδή σε ψυχωφελές οδόσημο που επιτρέπει το ποιητικό σώμα να βρει τα ίχνη του, την πορεία του στις φλέβες μιας ιστορίας που υπενθυμίζει τη βασανιστική αξία του υπάρχει  μέσα στον κόσμο, αφού δεν γίνεται αλλιώς να λέγεσαι άνθρωπος παρά μόνο μέσα από το τραγούδι, μέσα από τη φωτογραφία/κιβωτό πολιτισμού και ιδιωτικού θάμβους, μέσα από τη μουσική των ονομάτων ή μέσα από την επίκληση στον άνεμο που κρατάει τη ζωή «μέτοικος στων ίσκιων την καλημέρα». Τέλος, μια τρίτη ανάγνωση θα έβλεπε το ποιητικό σώμα περισσότερο αντικειμενικά. Θα απέδιδε δηλαδή στο κείμενο ιδιότητες που ενδεχομένως δεν υπήρχαν κατά το στάδιο της αρχικής σύλληψης ή της κατοπινής εν θερμώ ανάγνωσης αλλά

που ο φιλοπρόοδος αναγνώστης νιώθει ότι καλώς κάνουμε και βιαζόμαστε να νοηματοδοτήσουμε ως αναγνώστες εφόσον κατά την ανάγνωση είμαστε εμείς εν απουσία του συγγραφέως που συντάσσουμε εκ νέου το κείμενο. Μια τρίτη λοιπόν ανάγνωση θα ερμήνευε τη συλλογή μέσα από την αντίθεση ενός «μέσα» και ενός «έξω».Σύμφωνα με το σχήμα αυτό μπορούμε θαυμάσια να εξηγήσουμε ορισμένα λανθάνοντα μηνύματα που διαπερνούν το έργο. Βλέπουμε δηλαδή πως οτιδήποτε συνδέεται με το μέσα είναι δηλωτικό ανθρώπινης ερημιάς, γκρίζας ζωής, το μέσα — δηλονότι ο κτισμένος χώρος, ο πολιτισμός της πόλης—γίνεται ο χώρος του απροσπέλαστου, η περίληψη της μοναξιάς, η θλίψη του πάσχοντος υποκειμένου, η εγκατάλειψη αλλά και ο υπονοούμενος θάνατος. Μερικά παραδείγματα:

Στο κροκάτο άγγιγμα/μέρας γιορτινής, τα γκι./ Στην εξώθυρα χέρια παιδιά/ με τα τρίγωνα παιχνιδίζουν./ Μέσα στο απροσπέλαστο δωμάτιο/ το εκκρεμές σημαδεύει ρυθμικά/ τους χτύπους της άοπλης καρδιάς σου [...] (α. 21, ΤΟ ΕΚΚΡΕΜΕΙ)

Πάνω στα κλειστά παράθυρα/ οι σκιές διαστέλλονται,/το λιγοστό φως πληγώνει τους τοίχους (σ.29,ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΚΛΕΙΣΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ)

Μέρες κοιμάσαι./Τόσο γαλήνια και τόσο μόνη/ ποτέ σου δεν κοιμήθηκες./Ποτέ οι κουρτίνες του δωματίου σου δεν φύλαξαν τον ύπνο τόσο πολύ. (σ. 37,ΚΟΙΜΑΣΑΙ).

Οι ώρες τρίζουνε στις ρωγμές του τοίχου (σ.27, ΘΑ ΚΡΥΨΩ)

Έτσι, λοιπόν, οι κουρτίνες του δωματίου φυλακώνουν τον αιώνιο ύπνο και γίνονται το προοίμιο του θανάτου, η θλίψη συνδέεται με το υγρό τοίχος και την ψυχρή απομόνωση, ο ιδιωτικός χώρος γίνεται απροσπέλαστος ενώ το εκκρεμές του χρόνου καταγράφει την καθ' ημέραν φθορά, η μοναξιά συνοδεύει τον άοπλο άνθρωπο ή τον εκτελεί, το λιγοστό φως τραυματίζει, πληγώνει τους τοίχους.

Στον αντίποδα αυτών των αισθημάτων που ορίζονται από τον κλειστό ιδιωτικό κόσμο του «μέσα» ζει, υπάρχει και αναπνέει ο κόσμος του «έξω»: φωτεινός, ανοιχτός στην επικοινωνία, τόπος

σωματικής επαφής και ανθρώπινου διαλόγου, διαμεσολαβητής των μεγάλων στιγμών τόσο του προσωπικού όσο και του κοινωνικού χώρου, εορταστικός, βαθιά ερωτικός και αναστάσιμος, εύφλεκτος αλλά και υγρός, οδυσσεϊκός αλλά και ηρακλείτιος, ο κόσμος του έξω ανασαίνει τον άνθρωπο προτείνοντας μια ευανάγνωστη οικολογία για ποιητική, σχεδόν σωματική, χρήση. Δεν είναι τυχαίο ότι ο αναγνώστης της συλλογής σκοντάφτει στην χλωρίδα του ανοιχτού χώρου με τόσο έντονο τρόπο που, προς στιγμήν, μπορεί και να λιποψυχήσει και να συλλάβει για λυρισμό το συμπαντικό μεθύσι (βλ. και το σολωμικό δεν το'λπιζα να' ναι η ζωή μέγα καλό και πρώτο!). Υπογραμμίζω πρόχειρα ορισμένα από τα στοιχεία αυτού του σύμπαντος: το βότσαλο, η ωδή στη ζωή, ο ύπνος, η νύχτα, η υγρασία, το μονοπάτι, η μνήμη των κυμάτων, τα όλβια νερά, ο φραμπαλάς της γαλάζιας άνοιξης, οι περασμένες ανθοφόρες εποχές, οι πρασινάδες, η βροχή, το χνούδι της καρδιάς, το σαντούρι και χλόη, ο χρόνος που καίγεται, το τραγούδι, η μεστή σάρκα.

Αγαπητοί φίλοι, Υπάρχουν ποιήματα στα οποία επιστρέφουμε όταν η κόπωση και η βιοτική μέριμνα υπενθυμίζουν τα δικαιώματα της θαμμένης ζωής, της παλιάς τέχνης των παραμυθιών και της ιστορίας. Σ' ένα παρόμοιο ποιητικό τέχνασμα καταφεύγω σ' αυτές τις δύσκολες ώρες. Πρόκειται για το ποίημα του Οκτάβιο Παζ Μιλάω για την πόλη:

μιλάω για την τεράστια πόλη, καθημερινή πραγματικότητα καμωμένη από δυο λέξεις: «οι

άλλοι»[...]

μιλώ για τη δημοσιά μας ιστορία, και για τη μυστική μας ιστορία, τη δική σου και τη δική μου

[...]

χείλη που λένε σουσάμι κι ο χρόνος ανοίγει και το μικρό δωμάτιο γίνεται κήπος μεταμόρφωσης

κι ο αέρας και η φωτιά συναρτώνται, η γη και το νερό συγχέονται [...]

μιλάω για την πόλη, βοσκοπούλα αιώνων, μάνα που μας εγκυμονεί και μας καταβροχθίζει,

μας επινοεί και μας ξεχνάει.



Στο καταληκτικό ποίημα Γ ακροθαλάσσι οι άνθρωποι παρομοιάζονται με τα κύματα της θάλασσας που εξαφανίζονται μετά το ηδονικό λίκνισμα, τις χαρές και τις λύπες της γοητευτικής περιπλάνησης χωρίς να αφήνουν τα ίχνη τους. Εγώ, θα 'θελα να ευχαριστήσω την ποίηση, βοσκοπούλα αιώνων, γι' αυτό το λίκνισμα με την πρόσθετη παράκληση προς τον σεβαστό πατέρα της τον χρόνο ν' ανοίγει συχνότερα τα χείλη του ώστε να γίνεται το μικρό δωμάτιο κήπος μεταμόρφωσης: μήπως έτσι δελεάσουμε τον χρόνο και πάψει να μας ξεχνάει.
 Θεσσαλονίκη 1997.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου